«Με παρέσυρε το ρέμα μάνα μου δεν είναι ψέμα…»

«Με παρέσυρε το ρέμα μάνα μου δεν είναι ψέμα…»

Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Οι υαλοκαθαριστήρες στο παλιό, πράσινο LADA station wagon μου αγκομαχούσαν να καθαρίσουν τα νερά στο παρμπρίζ, κι εγώ, νεούδι ακόμη στο τιμόνι, αγωνιζόμουν να δω μπροστά στον πλημμυρισμένο δρόμο. Από τα ξεφτισμένα λάστιχα στα τζάμια έμπαζε νερό, αλλά δε με ένοιαζε. Ήμουν 20 χρονώ, μόλις είχα απολυθεί από φαντάρος και είχα όλη τη ζωή μπροστά μου.

«Τραγουδούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου»

Η μουσική στο παλιό κασετόφωνο Pianola που με πατέντα είχα εγκαταστήσει στο ταμπλό μού ξεκούφαινε τ’ αυτιά. «Με παρέσυρε το ρέμα μάνα μου δεν είναι ψέμα…. Θα τρελαθώωω!». Τραγουδούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ήμουν νέος, μόλις είχα σχολάσει από τη βιοτεχνία υποδημάτων όπου εργαζόμουν κι είχα την τσέπη μου γεμάτη με το μεροκάματο.

Κοίταξα τους δείκτες στο ρολόι. 10 λεπτά μέχρι να φτάσω στο σπίτι. Μισή ώρα ν’ ανάψω το θερμοσίφωνο. 5 λεπτά να πλυθώ, άλλα 5 να ξουριστώ κι άλλα 5 να παρφουμαριστώ και να ντυθώ! Που να με πάρει! Δε θα προλάβω! Γκάζωσα τη LADAρα! Βιαζόμουν να συναντήσω το κορίτσι. Της είχα υποσχεθεί πως θα την πήγαινα για καφέ στη Βαρυμπόμπη κι απ’ ότι φαινόταν θα ‘μουν για άλλη μια φορά καθυστερημένος στο ραντεβού μας! Ποιος την ακούει πάλι την Καλλιοπάρα!

«Η βροχή ολοένα και δυνάμωνε και το λουρί του δυναμό στη σακαράκα σφύριζε σαν κροταλίας!»

Άνοιξα το πακέτο με τα Marlboro να καπνίσω ένα τσιγάρο. Ήταν το τελευταίο. Η βροχή ολοένα και δυνάμωνε και το λουρί του δυναμό στη σακαράκα σφύριζε σαν κροταλίας! Άναψα την τσιγαριά μου, ρούφηξα μια μεγάλη τζούρα και σκέφτηκα την κοπελάρα μου. Πού να βρω περίπτερο, σκέφτηκα, με τέτοια βρόχα και κατέβασα όλος ικανοποίηση τον καπνό, βαθιά στα πνευμόνια μου. «Καίγομαι γι’ αυτήν και λιώνω, την αγαπώωω!». Να σου το περίπτερο. Αμέσως μετά το φανάρι στο σταθμό του Περισσού. Άναψα τ’ αλάρμ και στάθμευσα το «τανκς»!

«Η μηχανή του «Ρώσου» έσβησε και μαζί και το παλιό Pianola»

Πού να καταβαίνω τώρα μονολόγησα, όμως ο εθισμός μου στο τσιγάρο υπερνίκησε το φόβο μου μη βραχώ! Πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα! Που ν’ ανοίξει! Η λεωφόρος είχε πλημμυρίσει με λασπόνερα και το πάτωμα του LADA έσταζε από τις πετσικαρισμένες πόρτες. Η μηχανή του «Ρώσου» έσβησε και μαζί και το παλιό Pianola. Μουσική τέλος! Μόνο ο ήχος του κατακλυσμού να βαράει τη λαμαρίνα!

«Σκεφτόμουν τη μάνα μου και την αδερφή μου»

Πριν προλάβω να βλασφημήσω για την ατυχία μου, ένιωσα το αμαξάκι  μου να σηκώνεται από το οδόστρωμα. Το LADA,ακυβέρνητο, άρχισε να πλέει σαν καρουδότσουφλο ανάποδα στο δρόμο. Ποιο δρόμο δηλαδή, στον  πορτοκαλί χείμαρρο που κατέβαινε ορμητικά εκεί όπου μέχρι πριν μερικά λεπτά βρισκόταν η άσφαλτος. Τα νερά τώρα είχαν φτάσει  σχεδόν μέχρι τα γόνατά μου. Δοκίμασα πάλι ν’ ανοίξω την πόρτα! Τίποτα! Το αμάξι μου παρασυρμένο από τα νερά κατέβαινε το λασπωμένο ποτάμι. «Πάει», σκέφτηκα, «θα πνιγώ»! Σκεφτόμουν τη μάνα μου και την αδερφή μου. Μετά το θάνατο του πατέρα μου από καρδιά, θα κλαίγαν και για μένα. Σκεφτόμουν το κορίτσι μου! Σκεφτόμουν τα χρόνια μου. Τους φίλους μου και τις αλητείες με τα παπάκια πριν το στρατό! Κι όλα όσα δεν πρόλαβα να ζήσω. Έκανα το σταυρό μου!

«Τύλιξα τη ζώνη ασφαλείας του συνοδηγού στο δεξί μου μπράτσο»

Ζμπαμ-κρατς, έκανε η τσακισμένη λαμαρίνα όταν το σαράβαλό μου έσκασε στην κολώνα της ΔΕΗ! Από το νερό, είχε στριφογυρίσει μια και δυο φορές και για καλή μου τύχη είχε σκάσει από την πλευρά του συνοδηγού, πάνω στο στύλο! Ο θόρυβος και το τράνταγμα από τη σύγκρουση με έβγαλε από τις σκέψεις ετοιμοθάνατου όπου είχα βυθιστεί! Τύλιξα τη ζώνη ασφαλείας του συνοδηγού στο δεξί μου μπράτσο. Κατέβασα το τζάμι, μουρμούρισα την προσευχή μου «Κύριε Ιησού Ελεησόν με τον αμαρτωλό» και βούτηξα στον παγωμένο βούρκο!

Το σφηνωμένο στην κολώνα LADA έκοβε λίγο το χείμαρρο και η ζώνη ασφαλείας  που μου μάτωνε το χέρι  μού ‘σωσε τη ζωή! Χωρίς αυτά, μέχρι να ‘ρθουν να με μαζέψουν αυτοί οι καλοί άνθρωποι που με γλύτωσαν, το πτώμα μου θα είχε παρασυρθεί ως τη θάλασσα.

«Από τότε έχουν αλλάξει πολλά κι άλλα έχουν μείνει ίδια και χειρότερα»

Αγαπητό mikromeseos.gr, από τότε έχουν περάσει 23 ολόκληρα χρόνια. Ήταν 21 Οκτωβρίου του 1994, όταν σε μια ανάλογη με την προχθεσινή θεομηνία, το ρέμα του Ποδονίφτη φούσκωσε και πήρε μαζί του στο θάνατο 17 ανθρώπους. Από τότε έχουν αλλάξει πολλά κι άλλα έχουν μείνει ίδια και χειρότερα. Τα ρέματα παραμένουν μπαζωμένα. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να χτίζουν αυθαίρετα. Τα αντιπλημμυρικά ακόμη τα περιμένουμε. Οι ζωές ακόμη δείχνουν να μην έχουν μεγάλη αξία!

Υ.Γ. Η βιοτεχνία υποδημάτων που δούλευα πιτσιρικάς κι έμαθα την ευγενή τέχνη του παπουτσή έχει πια κλείσει! Το ίδιο ετοιμάζομαι να κάνω κι εγώ με τη δική μου επιχείρηση! Αιωνία τους η μνήμη!

 

Θέλεις να δημοσιευτεί η δική σου ιστορία

Βάλε το e-mail σου και γράψε μας τη δική σου ιστορία!



 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλούμε συμπληρώστε το σχόλιο σας!
Παρακαλούμε συμπληρώστε το όνομα σας εδώ