Σημαντική αύξηση σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές μετά το 2009, χρειάζεται όμως εντατικοποίηση των προσπαθειών από την Πολιτεία και τις ίδιες τις επιχειρήσεις για να αξιοποιηθεί η σημαντική μείωση του κόστους εργασίας είναι το βασικό συμπέρασμα της μελέτης που ολοκληρώθηκε πρόσφατα για το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ) από την ΕΥ Ελλάδος.
Αν και υπήρξε σημαντική μείωση του κόστους εργασίας κατά την τελευταία δεκαετία, η βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων της χώρας μας δεν ήταν η αναμενόμενη, καθώς η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μειώθηκε σημαντικά σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, οι ελληνικές εξαγωγές παραμένουν σχετικά μειωμένου τεχνολογικού περιεχομένου και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να υστερεί ως προς τη συμμετοχή της στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.
Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων σε Έρευνα και Ανάπτυξη, αλλά και στις περιορισμένες άμεσες ξένες επενδύσεις που θα συνέβαλαν καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού εξοπλισμού και στη μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας.
Το θεσμικό πλαίσιο, τα γραφειοκρατικά εμπόδια, το ασταθές μακροοικονομικό περιβάλλον, το φορολογικό καθεστώς, οι αδυναμίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι δυσκολίες σε σχέση με την επίλυση των συμβατικών διαφορών, δυσχεραίνουν, σύμφωνα με τη μελέτη, περαιτέρω την ενίσχυση της εξωστρέφειας.
Το 63% περίπου των ελληνικών εξαγωγών, απορροφούν οι ευρωπαϊκές χώρες, ενώ παρατηρείται μια σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια προς τις χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Δεκαπέντε χώρες συνεισφέρουν το 70% της αξίας των εξαγωγών. Πιο συγκεκριμένα, η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος και η Αμερική έχουν υψηλή συνεισφορά στη συνολική αξία των εξαγωγών και αύξηση κατά την τελευταία πενταετία.
Η Τουρκία και η Βουλγαρία έχουν υψηλή συνεισφορά στη συνολική αξία των εξαγωγών, ωστόσο παρατηρείται μείωση την τελευταία πενταετία.
Ο Λίβανος, η Ρουμανία, η Σαουδική Αραβία, η Γαλλία και η Ολλανδία έχουν μέτρια συνεισφορά και αξιοσημείωτη βελτίωση, με σημαντικές προοπτικές.
Οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας με τις ισχυρότερες εξαγωγικές επιδόσεις, όπως κατέγραψε η συγκεκριμένη έρευνα είναι τα ορυκτά, τα μέταλλα, τα τρόφιμα, τα χημικά και τα συναφή προϊόντα, τα μηχανήματα, τα φυτικά και τα ζωικά προϊόντα.
Επίσης, η μελέτη επιχειρεί να εντοπίσει τους κλάδους και τα επιμέρους προϊόντα που παρουσιάζουν συγκριτικό πλεονέκτημα και, κατ’ επέκταση, ουσιαστικές προοπτικές ενίσχυσης των εξαγωγών.
Ξεχώρισαν λοιπόν τέσσερις δυναμικές κατηγορίες, οι οποίες κατάφεραν να αυξήσουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα και το μερίδιο αγοράς τους κατά την τελευταία δεκαετία (2008-2017):
1.Ρητίνες φυτών και φυτικά εκχυλίσματα
2.Λίπη και λάδια φυτικής και ζωικής παραγωγής
3.Αλάτι, θείο, πέτρες, γύψος, ασβέστης και τσιμέντο
4.Αλουμίνιο
Η μελέτη καταγράφει ακόμη τα βασικά εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να επεκταθούν σε ξένες αγορές.
Τα εσωτερικά εμπόδια είναι:
Χαμηλές τιμές ανταγωνισμού
Έλλειψη καταρτισμένου προσωπικού και έλλειψη εσωτερικών δομών
Πρόβλημα ρευστότητας της επιχείρησης
Έλλειψη οργάνωσης / εσωτερικών διαδικασιών
Έλλειψη τεχνογνωσίας-πληροφόρησης
Αδυναμία επικοινωνίας σε ξένη γλώσσα
Δυσκολία στην απόκτηση πιστοποίησης
Ελλείψεις logistics-εφοδιαστικής αλυσίδας
Τα εξωτερικά εμπόδια είναι:
Γραφειοκρατία στην Ελλάδα
Υψηλή φορολογία
Αρνητική εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό
Πολιτική και οικονομική αστάθεια
Γραφειοκρατία στη χώρα εξαγωγής
Προβλήματα χρηματοδότησης και ασφάλισης εξαγωγών
Δυσκολία συνεννόησης με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς
Έλλειψη υποστήριξης από τα επιμελητήρια
Προβλήματα με τους τοπικούς συνεργάτες
Πιστοποίηση προϊόντος
Μειωμένη ζήτηση για το προϊόν

Ο Εταίρος και Επικεφαλής του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Συμβούλων της ΕΥ Ελλάδος, Τάσος Ιωσηφίδης σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης υπογράμμισε ότι:
«Η αύξηση της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελεί σήμερα το μεγάλο στοίχημα για την εθνική οικονομία.
Ενώ οι εξαγωγικές μας επιδόσεις έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, η σημαντική μείωση του κόστους εργασίας δε μετουσιώθηκε, στον βαθμό που θα έπρεπε, σε ουσιαστική αύξηση μεριδίου αγοράς στο διεθνές εμπόριο.
Μια σειρά από εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια στέκονται στον δρόμο των επιχειρήσεων, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τις διεθνείς αγορές.
Στο τέλος της ημέρας, όμως, κλειδί για την ενίσχυση των εξαγωγών αποτελεί η μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει οι ίδιες να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και, μέσα από συνεργασίες, συγχωνεύσεις και συμπράξεις, να πετύχουν τη μεγέθυνσή τους και, άρα, μια καλύτερη θέση στο διεθνές εμπόριο».
































