Γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες… όλοι στην πυρά!

Γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες... όλοι στην πυρά

Όνειρο της μάνας μου ήταν να σπουδάσω. Ίσως γιατί αυτή ως παιδί της Κατοχής, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει τα γράμματα που τόσο τ’ αγαπούσε και θαύμαζε ως κάτι μαγικό τους μορφωμένους ανθρώπους, τους επιστήμονες. Ίσως γιατί χήρα από πολύ νέα και μια ζωή στο μεροκάματο, δεν έζησε μια μέρα ξεκούρασης. Πάντως, ήθελε να σπουδάσω. Η μητέρα μου ήταν μια βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα. Καθημερινά στην εκκλησία. Τη διέκρινε μια ειλικρινή αγάπη για τον πλησίον. Γι’ αυτό επέλεξε να γίνω χρήσιμος άνθρωπος για τους πονεμένους αυτής της πλάσης. Να γίνω γιατρός.

«Κάθε φορά που δυσκολευόμουνα, όλα αυτά τα λόγια της μάνας μου για την αγαθή αποστολή του ιατρικού επαγγέλματος επέστρεφαν στη σκέψη μου και μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω»

Στα χρόνια της, οι γιατροί έχαιραν μεγάλης εκτίμησης από την κοινωνία. Είχαν πάντοτε δουλειά. Έβγαζαν καλά λεφτά. Προσέφεραν στο κοινωνικό σύνολο. Με αυτά τα επιχειρήματα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ξεκίνησα τη δύσκολη προσπάθεια. Κάθε φορά που δυσκολευόμουνα, όλα αυτά τα λόγια της μάνας μου για την αγαθή αποστολή του ιατρικού επαγγέλματος επέστρεφαν στη σκέψη μου και μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω.

«Δεν κατόρθωσε η καημένη να με δει με τη λευκή μπλούζα»

Μέχρι να τελειώσω τις σπουδές μου, η μητέρα μου πέθανε. Δεν κατόρθωσε η καημένη να με δει με τη λευκή μπλούζα. Είχε χρόνιο καρδιαγγειακό πρόβλημα, μάλλον από την πολύ την καλοπέραση στη ζωή της και τη μεγάλη ευτυχία που επακολούθησε μετά το χαμό του μακαρίτη του άντρα της. Κι έτσι δε μπόρεσε ποτέ να νιώσει αυτήν την κρύα αίσθηση στο στήθος, από το παγωμένο, μεταλλικό στηθοσκόπιο του καρδιολόγου γιου της. Έφυγε 49 χρονώ, προδομένη από την καρδιά της.

Αυτή, λοιπόν, ήταν η πρώτη και ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση που έζησα ως γιατρός. Δε μπόρεσα, δεν πρόλαβα να προσφέρω τις ιατρικές μου υπηρεσίες στην άρρωστη μάνα μου. Ακολούθησαν κι άλλες απογοητεύσεις. Ένας-ένας οι λόγοι που μ’ έκαναν γιατρό έπαψαν να υφίστανται.

«Στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, η κατάσταση ακόμη πιο τραγική»

Ούτε εκτίμηση από την κοινωνία. Ούτε πάντοτε δουλειά. Ούτε καλά λεφτά. Καμία προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Λες και στην Ελλάδα δεν έχουμε ανάγκη τους γιατρούς. Λες και δε τους θέλουμε εδώ. Τα νοσοκομεία μας τραγικά υποστελεχωμένα, αλλά γιατροί δεν προσλαμβάνονται. Υπερωρίες κι εφημερίες δεν πληρώνονται. Υλικά και φάρμακα εξαφανισμένα. Στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, η κατάσταση ακόμη πιο τραγική. Οι μισθοί, πραγματικά μισθοί πείνας. Τα κέντρα υγείας, ρημάδια. Τραγικότερες φιγούρες όλων, οι έλληνες ασθενείς. Καταδικασμένοι σε ατελείωτες ουρές με μια περίθαλψη που δεν ταιριάζει όχι σε πολίτες τριτοκοσμικών χωρών, αλλά ούτε σε ζώα. Και τα λεφτά για την υγεία υπήρχαν. Λεφτά του ελληνικού λαού, από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που έγιναν καπνός ή πιο σωστά βίλες, μπίζνες, κονόμα.

«Τώρα, το κράτος μας έχει για χρηματοδότη. Να του τα σκάμε κι αυτό να κάθεται»

Στον ιδιωτικό τομέα, τα πράγματα είναι ακόμα τραγικότερα. Για ν’ ανοίξει και να διατηρήσει τη σήμερον ημέρα ένας νέος γιατρός ιατρείο, πρέπει να έχει χορηγό. Μόνο οι εισφορές και η φορολογία, όπως και στην περίπτωση κάθε μικρομεσαίου επιχειρηματία ή αυτοπασχολούμενου, φτάνουν και περισσεύουν. Κάποτε εμείς οι επιστήμονες ελεύθεροι επαγγελματίες, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες και πάει λέγοντας κλαιγόμασταν επειδή είχαμε συνέταιρο το κράτος στη δουλειά μας. Τώρα, το κράτος-εισοδηματίας μάς έχει μόνο για χρηματοδότη. Να του τα σκάμε κι αυτό να κάθεται. Κι εμείς κι αν ακόμη δουλεύουμε, πράγμα απίθανο με την πείνα του κόσμου στις μέρες μας, να μετράμε μόνο απώλειες. Να βάζουμε από την τσέπη μας για να σώζουμε τον κόσμο. Λειτούργημα και ιεραποστολή καθημερινά απ’ τους γιατρούς και του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

«Σ’ αυτή την εποχή έχουμε επιστρέψει λοιπόν, μόνο που τώρα δε μιλάμε για θεοκρατία, αλλά για αχρηστοκρατία»

Ε, λοιπόν εγώ βαρέθηκα να δουλεύω και μεταφορικά και κυριολεκτικά μόνο για την ψυχή της μάνας μου. Σκοπεύω να φύγω απ’ αυτή τη χώρα που δε σέβεται τα παιδιά της. Στην τελική, δε σέβεται που δε σέβεται τους ανθρώπους της, αλλά να μη σέβεται, να μην λυπάται ούτε τα λεφτά που έχει δαπανήσει για να τους σπουδάσει; Θα την κάνω από εδώ λοιπόν και θα ζητήσω την τύχη μου αλλού. Θα ψάξω να βρώ κάπου να αισθάνομαι χρήσιμος. Απ’ ό,τι φαίνεται η Ελλάδα έχει γυρίσει με την κρίση όχι 100 χρόνια πίσω, αλλά 1000. Έχει επιστρέψει στο Μεσαίωνα. Τότε που οι επιστήμονες ήταν ανεπιθύμητοι γιατί χάλαγαν το «γλυκό» στη θεοκρατία. Εκείνη την εποχή, οι μορφωμένοι ήταν επικίνδυνοι. Θεωρούνταν άνθρωποι του σατανά και τους έκαιγαν στην πυρά. Σ’ αυτή την εποχή έχουμε επιστρέψει λοιπόν, μόνο που τώρα δε μιλάμε για θεοκρατία, αλλά για αχρηστοκρατία. Και οι άχρηστοι φοβούνται τους άριστους ως ο διάολος το λιβάνι! Στην πυρά λοιπόν, όλοι! Γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες… όλοι στην πυρά!

 

Θέλεις να διαβάζεις άρθρα σαν το παραπάνω

Βάλε το e-mail σου και κάνε click για να λαμβάνεις αποκλειστική ενημέρωση!

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλούμε συμπληρώστε το σχόλιο σας!
Παρακαλούμε συμπληρώστε το όνομα σας εδώ